O ΜΙΚΡΟΣ ΠΟΡΤΟΦΟΛΑΣ
Την Πέμπτη το πρωί στο Σύνταγμα και πιο συγκεκριμένα στο μετρό της Αθήνας συνέβη ένα παράξενο περιστατικό με έναν ηλικιωμένο άνθρωπο. Κάποιος έπεσε πάνω του και με μια ακαριαία κίνηση, με το μικρό του χέρι, άρπαξε το πορτοφόλι του << άτυχου ανθρώπου >> και χωρίς να καταλάβει κανείς τίποτα, έφυγε περπατώντας .
Αμέσως μετά ο ηλικιωμένος άνθρωπος πήγε στο εκδοτήριο, για να αγοράσει ένα εισιτήριο. Μόλις έβαλε το χέρι του στην τσέπη, για να πάρει το πορτοφόλι του, συνειδητοποίησε ότι δεν το είχε. Εκείνη τη στιγμή ανήσυχος είπε στον υπάλληλο του εκδοτηρίου : « Συγγνώμη, αλλά δεν βρίσκω το πορτοφόλι μου! Είμαι σίγουρος ότι το είχα στην αριστερή τσέπη του παντελονιού μου. Τι θα κάνω; Τώρα δεν έχω χρήματα, για να αγοράσω το εισιτήριο.» Τότε ο υπάλληλος του είπε : « Πηγαίνετε κύριε απέναντι , εκεί είναι το τμήμα ασφαλείας του μέτρο. Εκεί θα σας πουν».
Όταν ο κύριος έφτασε μπροστά στο τμήμα, εξήγησε στον αστυνομικό ότι δεν είχε χρήματα για να αγοράσει εισιτήριο, ενώ επιπλέον είχε χάσει και τα προσωπικά του αντικείμενα. Τότε ο αστυνομικός τον καθησύχασε λέγοντας: «Μην στενοχωριέστε, το πορτοφόλι σας θα βρεθεί. Είναι θέμα χρόνου. Ο σταθμός παρακολουθείται από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης για την απόλυτη ασφάλεια των εργαζομένων και των επιβατών».
Αμέσως μετά χτύπησε το εσωτερικό τηλέφωνο. Ανακοινώθηκε, στο τμήμα ασφαλείας πως ο πορτοφολάς συνελήφθη και παρέδωσε το πορτοφόλι. Ήταν ένα μικρό παιδί από την Αφρική, που αναγκάστηκε να το κάνει αυτό, διότι δεν είχε χρήματα να αγοράσει τα απαραίτητα αγαθά, ώστε να ζήσει. Ο αστυνόμος είπε στον στενοχωρημένο άνδρα, καθώς του επέστρεφε το πορτοφόλι: "Άλλη φορά να είστε πιο προσεκτικός."
Στο τέλος η δυσάρεστη περιπέτεια τελείωσε, ενώ ο ηλικιωμένος άνδρας συγκινήθηκε τόσο, που έδωσε κάμποσα χρήματα από το πορτοφόλι του στο πεινασμένο παιδί.
Τι άδικη όμως που είναι η ζωή !!! Για πόσο καιρό θα έφταναν αυτά τα χρήματα στο δύστυχο παιδί;
ΕΝΑΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΗΣ ΣΤ’ ΤΑΞΗΣ.
Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011
Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011
Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011
Αρκτική και Ανταρκτική
| Αυτοκρατορικοί πιγκουίνοι στην Ανταρκτική |
| φάλαινες και ιγκλού |
| συμβουλευόμαστε τα βιβλία μας και δημιουργούμε |
| οδόβαινος της Αρκτικής |
| επιστήμονας στην Ανταρκτική |
| άρχισε το βάψιμο |
| πιγκουινάκια που στεγνώνουν |
| φάλαινα ναρβαλ |
| βάφουμε και τη θάλασσα, αλλά κοντά στην ακτή με άλλο χρώμα, γιατί όπως είπαν τα παιδιά εκεί είναι πιο ρηχά |
Με αφορμή την ενότητα της Γεωγραφίας για τη ζωή στους πόλους, αφού διαβάσαμε βιβλία και είδαμε σχετικά βίντεο, φτιάξαμε δυο μακέτες, μια για την Αρκτική και μια για την Ανταρκτική. Είπαμε, είμαστε δημιουργικά άτομα και θέλουμε να μαθαίνουμε με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους.
Η ακατανίκητη πειθώ της μπουγάτσας!
(συνέχεια από το "Μηχάνημα" του Ευγένιου Τριβιζά)
Ο Γιάννης έπαθε ηλεκτροπληξία. Την επόμενη μέρα οι υπάλληλοι τον βρήκαν κάρβουνο. Κάλεσαν γρήγορα το ασθενοφόρο, που ευτυχώς ήρθε γρήγορα. Οι γιατροί όταν τον εξέτασαν, είπαν πως είναι εντάξει. Έτσι, τον πήγαν γρήγορα στο νοσοκομείο.
Το άλλο πρωί που ήταν καλύτερα, η γυναίκα του πήγε να τον δει και του είπε χίλια δύο λόγια:
-Πώς κατάντησες έτσι;
-Ήθελα να "καθαρίσω" το "μασίνι" της εταιρειας.
-Λες και έκανες ηλιοθεραπεία! Κοίτα πώς έγινες, σαν γαλοπούλα ψητή. Γιατί;
-Μου έκλεβε την πελατεία μου, τι να κάνω και εγώ;
-Να μιλούσες στο διευθυντή σου, ίσως;
- Θα χάναμε το σπιτικό μας. Πώς να το ξεφορτωθώ;
-Έχω μια ιδέα.
-Για πες μου!
-Να καλέσεις το διευθυντή σου για φαγητό και να τον καλοπιάσεις.
Πέρασαν τρεις μέρες και ο Γιάννης βγήκε από το νοσοκομείο. Πήγε στην εταιρεία χαμογελαστός, γιατί το "μασίνι" θα έφευγε από εκεί, έτσι τουλάχιστον σκεφτόταν. Κατευθείαν πήγε στο γραφείο του κυρίου Περικλή, του προσωπάρχη του. Του ζήτησε ευγενικά.
-Κύριε Περικλή, θέλετε να έρθετε η γυναίκα σας και εσείς στο σπιτικό μου για φαγητό;
-Βεβαίας, η Νίκη και εγώ θα θέλαμε να έρθουμε!Αύριο γίνεται;
-Ναι, είπε ο Γιάννης και έφυγε από το γραφείο. Αμέσως τηλεφώνησε στη γυναίκα του και της είπε:
-Ελενίτσα μου θα έρθουν αύριο.
-Ωραία! Πρέπει να ετοιμάσω το φαγητό.
-Είναι απλοί άνθρωποι, είπε ο Γιάννης.
Ο Γιάννης τελείωσε τη δουλειά του και πήγε σπίτι. Η γυναίκα του είπε:
-Να φτιάξω μια μπουγάτσα με τυρί από τη Θεσσαλονίκη και μια χαλβαδόπιτα ή μια τυρόπιτα και μπακλαβά;
-Μπουγάτσα με τυρί και μια χαλβαδόπιτα φτιάξε.
- Εντάξει, είπε η γυναίκα του.
Το επόμενο πρωί όλα ήταν έτοιμα. Η γυναίκα ντυμένη και περιποιημένη και ο Γιάννης κομψός και χαρούμενος, γιατί θα ξεφορτωνόταν το "μασίνι". Ήρθε ο κύριος Περικλής και η κυρία Νίκη και κάθισαν στο τραπέζι. Η Ελένη έφερε την μπουγάτσα με το τυρί και όλοι ενθουσιάστηκαν :-))). Ο κύριος Γιάννης είπε στον κύριο Περικλή:
- Θέλω να σας ρωτήσω κάτι;
-Τι;
-Τι θα λέγατε να βγάζατε το μηχάνημα από την εταιρεία;
-Εντάξει, αλλά γιατί;
- Μου παίρνει τη δουλειά!
-Ωραία, αύριο το μηχάνημα θα "φύγει", για να είσαι ευχαριστημένος.
Το πρωί στη γωνία δεν υπήρχε το μηχάνημα. Ο κύριος Γιάννης χάρηκε πολύ. Αμέσως, η πελατεία του αυξήθηκε. Ο καφετζής γεμάτος αυτοπεποίθηση εξυπηρετούσε τους πελάτες του.
Έτσι έζησαν αυτοί και εμείς καλύτερα.
Ο Γιάννης έπαθε ηλεκτροπληξία. Την επόμενη μέρα οι υπάλληλοι τον βρήκαν κάρβουνο. Κάλεσαν γρήγορα το ασθενοφόρο, που ευτυχώς ήρθε γρήγορα. Οι γιατροί όταν τον εξέτασαν, είπαν πως είναι εντάξει. Έτσι, τον πήγαν γρήγορα στο νοσοκομείο.
Το άλλο πρωί που ήταν καλύτερα, η γυναίκα του πήγε να τον δει και του είπε χίλια δύο λόγια:
-Πώς κατάντησες έτσι;
-Ήθελα να "καθαρίσω" το "μασίνι" της εταιρειας.
-Λες και έκανες ηλιοθεραπεία! Κοίτα πώς έγινες, σαν γαλοπούλα ψητή. Γιατί;
-Μου έκλεβε την πελατεία μου, τι να κάνω και εγώ;
-Να μιλούσες στο διευθυντή σου, ίσως;
- Θα χάναμε το σπιτικό μας. Πώς να το ξεφορτωθώ;
-Έχω μια ιδέα.
-Για πες μου!
-Να καλέσεις το διευθυντή σου για φαγητό και να τον καλοπιάσεις.
Πέρασαν τρεις μέρες και ο Γιάννης βγήκε από το νοσοκομείο. Πήγε στην εταιρεία χαμογελαστός, γιατί το "μασίνι" θα έφευγε από εκεί, έτσι τουλάχιστον σκεφτόταν. Κατευθείαν πήγε στο γραφείο του κυρίου Περικλή, του προσωπάρχη του. Του ζήτησε ευγενικά.
-Κύριε Περικλή, θέλετε να έρθετε η γυναίκα σας και εσείς στο σπιτικό μου για φαγητό;
-Βεβαίας, η Νίκη και εγώ θα θέλαμε να έρθουμε!Αύριο γίνεται;
-Ναι, είπε ο Γιάννης και έφυγε από το γραφείο. Αμέσως τηλεφώνησε στη γυναίκα του και της είπε:
-Ελενίτσα μου θα έρθουν αύριο.
-Ωραία! Πρέπει να ετοιμάσω το φαγητό.
-Είναι απλοί άνθρωποι, είπε ο Γιάννης.
Ο Γιάννης τελείωσε τη δουλειά του και πήγε σπίτι. Η γυναίκα του είπε:
-Να φτιάξω μια μπουγάτσα με τυρί από τη Θεσσαλονίκη και μια χαλβαδόπιτα ή μια τυρόπιτα και μπακλαβά;
-Μπουγάτσα με τυρί και μια χαλβαδόπιτα φτιάξε.
- Εντάξει, είπε η γυναίκα του.
Το επόμενο πρωί όλα ήταν έτοιμα. Η γυναίκα ντυμένη και περιποιημένη και ο Γιάννης κομψός και χαρούμενος, γιατί θα ξεφορτωνόταν το "μασίνι". Ήρθε ο κύριος Περικλής και η κυρία Νίκη και κάθισαν στο τραπέζι. Η Ελένη έφερε την μπουγάτσα με το τυρί και όλοι ενθουσιάστηκαν :-))). Ο κύριος Γιάννης είπε στον κύριο Περικλή:
- Θέλω να σας ρωτήσω κάτι;
-Τι;
-Τι θα λέγατε να βγάζατε το μηχάνημα από την εταιρεία;
-Εντάξει, αλλά γιατί;
- Μου παίρνει τη δουλειά!
-Ωραία, αύριο το μηχάνημα θα "φύγει", για να είσαι ευχαριστημένος.
Το πρωί στη γωνία δεν υπήρχε το μηχάνημα. Ο κύριος Γιάννης χάρηκε πολύ. Αμέσως, η πελατεία του αυξήθηκε. Ο καφετζής γεμάτος αυτοπεποίθηση εξυπηρετούσε τους πελάτες του.
Έτσι έζησαν αυτοί και εμείς καλύτερα.
(;Αλήθεια, ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί σε μια μπουγάτσα με..τυρί )
Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011
Λίμερικ και άλλα ποιήματα
μαθητής, που ΄χει στο λαιμό γαλάζια χάντρα
για να μην τον ματιάζουν
κι όλοι να τον κοιτάζουν .
Για αυτό πάντα φορά χάντρα, το παιδί από τη Μάνδρα
να ανεβαίνω ψηλά στο βουνό με το ξωκλήσι,
πολύχρωμα αγριολούλουδα να μαζεύω,
μαμούνια, ζουζούνια, πουλιά να χαζεύω.
Είμαι το παιδί από τη Δύση, που του αρέσει πολύ η φύση.
είχε μια χοντρή κοιλιά!
Κύλαγε σαν το βαρέλι
κι ας μην είχε κορμί σαν χέλι.
Όμως με μεγάλη του χαρά, διασκέδαζε το βασιλιά
Η Μαρία με την τοστιέρα
κάνει μπούκλες όλη μέρα
ασταμάτητα χορεύει
και συνέχεια τις μπερδεύει
η Μαρία με την τοστιέρα
ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΑΡΑΧΝΗ
ΠΟΥ ‘ΤΡΩΓΕ ΖΑΧΑΡΗ ΑΧΝΗ
ΠΗΓΕ ΝΑ ΦΑΕΙ ΣΟΚΟΛΑΤΑ
ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΜΑΥΡΑ ΝΙΑΤΑ
Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΣ Η ΑΡΑΧΝΗ
ΚΑΠΟΤΕ ΕΝΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙ
ΕΝΙΩΣΕ ΚΑΤΙ ΝΑ ΤΟ ΣΦΙΓΓΕΙ
ΚΑΙ ΗΤΑΝΕ ΜΙΑ ΜΑΡΙΟΝΕΤΑ
ΠΟΥ ΤΗ ΛΕΓΑΝΕ ΑΝΕΤΑ
ΕΤΣΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ – ΜΙΚΡΟ ΜΥΡΜΗΓΚΙ
Ήταν ένας κύριος φοβερός
Που ήταν και πολύ χοντρός
Που ήταν και πολύ χοντρός
Και ήθελε να αδυνατίσει
Γιατί είχε πια μπουχτίσει.
Μια γοργόνα απ΄την Ιθάκη
που της άρεσε το μπουζουκάκι
μόλις είδε την Τζολί
της μάκρυνε το πολύχρωμο μαλλί
η γοργόνα από την Ιθάκη
που της άρεσε η τρομπέτα
αγαπούσε τη μελωδία
γι' αυτό μπήκε και στη χορωδία
η νεράιδα Ροζέτα.
που ήθελε να περνάει λάσκα
όλο έφτιαχνε σπάγκο
και φόραγε ζιβάγκο
ο πιγκουίνος απ' την Αλάσκα.
όλο χόρευε
και το φόρεμα της μαστόρευε
η Ρίτσα η πιπερίτσα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







